Είμαι ΚΑΤΑ των παρελάσεων. Κατά, εξηγούμαι, του τρόπου με τον οποίο γίνονται σήμερα. Γιατί οι παρελάσεις με ρυθμό, βήμα, στοίχιση κλπ. είναι αυτονόητα μέρος της λειτουργίας του Στρατού πριν ή, συχνότερα, μετά από μια στρατιωτική επιτυχία. Είναι μέρος του Ψυχολογικού Πολέμου και δεν έχω καμιά αντίρρηση για αυτή τη λειτουργία, μιας και τα παραπάνω χαρακτηριστικά των παρελάσεων μόνο σε τακτικά στρατιωτικά σώματα προσιδιάζουν.
Η ένστασή μου βρίσκεται στη συμμετοχή των μαθητών σε αυτές με τον τρόπο, την εμφάνιση και την αισθητική που επικρατεί σήμερα. Κατ' αρχήν η όλη διαδικασία επιλογής, κατάταξης και αποκλεισμού δεν μπορεί να κριθεί με στοιχειώδη παιδαγωγικά κριτήρια ως ορθή. Αναπόφευκτα, κάποιοι μαθητές πληγώνονται, όταν δεν ανταποκρίνονται στα στάνταρντ που θέτει ο γυμναστής, γιατί είναι κοντοί, παχύσαρκοι ή απλώς ασυγχρόνιστοι. Συμβαίνει μάλιστα πολλοί από αυτούς να μην έχουν ανάγκη ούτε την άνωθεν επιβαλλόμενη τάξη και πειθαρχία που προσπαθεί να επιβάλλει η παρέλαση, αν αυτά τα τελευταία μπορούν να κριθούν ως θετικά, γιατί οι ίδιοι είναι ιδιαίτερα συνεπείς και πειθαρχημένοι.
Ας δούμε όμως και τους “τυχερούς” μαθητές που επιλέγονται και συμμετέχουν. Δυστυχώς, η κοινή εμπειρία καταγράφει, αντί για τάξη, πειθαρχία, ρυθμό, αρμονία και συλλογικό πνεύμα, μια κούφια, μιμητική μοντέλων επίδειξη ακάλυπτου σώματος, δωδεκάποντα τακούνια, μίνι ως τα αυτιά, ανομοιόμορφη εμφάνιση, συχνά κουρασμένο βήμα, ασυγχρόνιστο, κακόγουστη πα(σα)ρέλαση. Την ίδια στιγμή οι μαθητές μας αγνοούν στοιχειώδη δεδομένα για το νόημα των εθνικών επετείων, ενώ οι γονείς τους καμαρώνουν ακόμη και για το αντιαισθητικό “φαίνεσθαι” και όχι για το “είναι” των παιδιών τους.
Άραγε ως Έλληνες έχουμε πάρει διαζύγιο από τον ορθολογισμό και θεωρούμε φυσιολογικό, πατριωτικό, εθνικό κλπ το να βαδίζουν οι μαθητές μας “ζυγημένοι” και “στοιχημένοι”, πιθηκίζοντας το στρατιωτικό βήμα; Πόσος πατριωτισμός λείπει στους άλλους λαούς της Ευρώπης και πουθενά δεν απαντάται παρόμοιο φαινόμενο; Δεν είναι αναπόφευκτο να καταντά γελοίο το θέαμα; Ειδικά στην επαρχία έχει καταντήσει τόσο τραγελαφικό το γεγονός που απορώ με το επίπεδο της αισθητικής μας. Πώς υπηρετείται η εθνική μνήμη και αυτογνωσία, πώς τιμώνται οι πεσόντες και η θυσία τους με μια καθαρά μηχανική-εξαρτημένων αντανακλαστικών, άτεχνη κίνηση του σώματος; Μήπως απλώς εξυπηρετείται η “ηδονοβλεπτική” ματιά ορισμένων, στόχος που πόρρω απέχει από την ιερότητα της ημέρας και προσβάλλει τελικά την εθνική μνήμη; Γιατί κανένας δεν τολμά να μιλήσει ανοιχτά για όλα αυτά που είναι κοινός τόπος διαπιστώσεων; Ακόμα και οι στείρες ομιλίες σε σχολεία και ναούς ποιο στόχο επιτυγχάνουν; Αντί για παρελάσεις και όλες αυτές τις κενές περιεχομένου εκδηλώσεις, δε θα μπορούσαν να γίνονται ουσιαστικές δραστηριότητες και συζητήσεις στο πλαίσιο του σχολικού προγράμματος με τη συμμετοχή και συμβολή των μαθητών, ώστε να αποκτήσουν συνείδηση του τι, πώς, πότε, μιας εθνικής επετείου; Γιατί να μη βιώνεται η εθνική γιορτή σαν ημέρα αναβάπτισης με αυθόρμητες, πανηγυρικές διαδηλώσεις, χωρίς βήμα, στις οποίες θα συμμετέχουν τα νέα παιδιά, χωρίς τον καταναγκασμό και το φορμαλισμό μιας στρατιωτικής παρέλασης; Μήπως γιατί ούτε να διαδηλώσουμε μπορούμε ελεύθερα, αν δεν είμαστε “καπελωμένοι” από μια ψευδοπροοδευτική κομματική σημαία της αριστεράς, ενώ την ίδια στιγμή δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα “τάγματα εφόδου” των συναφών κομματικών φορέων;
Είναι καιρός, με την ευκαιρία της κρίσης να απαντήσουμε σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα, να αναθεωρήσουμε τη στάση μας, αλλά το κυριότερο, να κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Η εθνική μας αυτογνωσία είναι απαραίτητο θεμέλιο και προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση και ανάκαμψη της πατρίδας μας. Ας τιμήσουμε αυτές τις κρίσιμες ώρες, έστω μια φορά, τον εθνικό μας ποιητή που είπε το περίφημο, και τόσο επίκαιρο: «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό»
